H περιγραφή μιας πόλης, ο Αντιοχικός του Λιβάνιου 360 μ.χ.
Εισαγωγή
Ο Αντιοχικός του Λιβάνιου εκφωνήθηκε το 360 μ.Χ. από τον ίδιο τον Λιβάνιο με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες της πόλης. Πρόκειται για ένα εγκώμιο της Αντιόχειας και μία σπάνια πηγή πληροφοριών για τον σύγχρονο ιστορικό, πληροφορίες σχετικά με την Αντιόχεια αλλά και την κοινωνική και πολιτική ιστορία του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας τον 4ο αιώνα. Ο Λόγος διακρίνεται σε επιμέρους ενότητες στις οποίες ο ρήτορας περιγράφει επαινετικά τη γεωγραφική θέση και το φυσικό περιβάλλον της πόλης, πραγματοποιεί μία ιστορική αναδρομή από την ίδρυσή της, εξυμνεί την αυτάρκειά της και την αρμονική συμβίωση ενός ετερόκλητου συνόλου κατοίκων[1]. Η παρούσα εργασία αποτελεί σχέδιο ιστορικής ερμηνείας του τελευταίου και μακροσκελέστερου μέρους του Αντιοχικού στο οποίο ο Λιβάνιος περιγράφει το οικιστικό σχέδιο, τα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια, τις στοές, τις κιονοστοιχίες, την αγορά αλλά και τα προάστια της πόλης, συγκεκριμένα, το εμπειρικό υλικό συνιστούν οι παράγραφοι 196-272. Οι υποθέσεις εργασίας που διαμορφώνονται αφορούν τους όρους με τους οποίους γίνεται αυτή η περιγραφή, προκύπτουν από την αναζήτηση των ιδεών με άξονα τις οποίες ο Λιβάνιος γράφει τον λόγο του. Ο ρήτορας αναπαριστά και αξιοδοτεί την πόλη του μέσα από τη δική του οπτική, αυτή ακριβώς είναι που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί για όσα επιλέγει να μιλήσει ή να σιωπήσει.
Η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο απόσπασμα και η παρούσα πρόταση ιστορικής ερμηνείας του διαρθρώνεται σε τρία μέρη ως εξής: αρχικά παρατίθενται οι πληροφορίες για το πρόσωπο του Λιβάνιου και το ιστορικό, πνευματικό πλαίσιο του 4ου αιώνα μ.Χ. Στη συνέχεια, ταξινομείται το περιεχόμενο των δεδομένων παραγράφων και τέλος διατυπώνονται οι υποθέσεις ερμηνείας του.
Ο Λιβάνιος και η εποχή του
Ο Λιβάνιος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 314 μ.Χ., σπούδασε στην Αθήνα όπου δίδαξε αρχικά τη ρητορική και αργότερα εργάσθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως επίσημος ρητοροδιδάσκαλος στην αυτοκρατορική αυλή ωστόσο, ύστερα από διωγμούς των εθνικών, κατέφυγε στη Νικομήδεια όπου έφτιαξε τη δική του σχολή. Ήδη από τα μέσα του 4ου αιώνα, ο Λιβάνιος ασκούσε τη ρητορική στην Αντιόχεια και κατείχε τιμητικά τον τίτλο του Έπαρχου, γι αυτό και εκφώνησε τον συγκεκριμένο λόγο όταν η πόλη διοργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες το 360 μ.Χ. Έζησε σε μια αυτοκρατορία που μετατρεπόταν σε χριστιανική, ήταν ένας από τους υποστηρικτές των παλαιών θρησκειών και πολέμιος της εκκλησιαστικής εξουσίας.
Ο 4ος αι. μ.Χ. αποτελεί μια περίοδο κοινωνικών μετασχηματισμών κυρίως στο πολιτικό και θρησκευτικό επίπεδο τόσο στο δυτικό όσο και στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Στα χρόνια από την αναγνώριση του χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο το 312 μέχρι και τον θάνατο του Θεοδόσιου Β΄, αναπτύσσεται μια διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών της παλαιάς και της νέας μονοθεϊστικής θρησκείας με συνδηλώσεις στην πολιτική οργάνωση, στην παιδεία και τη φιλοσοφία της εποχής. Πρόκειται για έναν αιώνα στον οποίο εγκαθιδρύεται ο χριστιανισμός, η εξουσία του Χριστού, των δούλων και των μαρτύρων του. Η ύστερη ρωμαϊκή περίοδος, συνολικά, επισκιάστηκε από την ανάδυση της νέας θρησκείας και των επιβολών της και ιδιαίτερα την περίοδο που απασχολεί εδώ, σημειώνονται εκρήξεις βίας στην αυτοκρατορία από την πλευρά των χριστιανών εναντίον Εβραίων και Παγανιστών[2].
Στο πλαίσιο αυτό των μετασχηματισμών αλλάζει και η πόλη ως χώρος και ως μονάδα στην οποία δομείται η πολιτική οργάνωση. Πλέον το σχήμα δεν ανταποκρίνεται σε μια αυτοδιοικούμενη πόλη-κράτος του παρελθόντος αλλά στην πόλη που βρίσκεται ενδιάμεσα στους κατοίκους της και στην κεντρική διοίκηση. Το τέλος της αυτοδιοικούμενης πόλης σήμαινε ότι κτήρια όπως βουλευτήρια και αρχαίοι ναοί, δεν ήταν απαραίτητα συστατικά της πολιτικής ζωής. Εξαιτίας της νέας θρησκείας και του νέου, αυτοκρατορικού συστήματος διοίκησης, τέτοια κτήρια άλλοτε εγκαταλείπονταν και άλλοτε άλλαζε η χρήση τους. Παράλληλα, χτίζονται άλλα τα οποία θα φιλοξενήσουν τη νέα θρησκεία και τη νέα διοίκηση, συνήθως σε διακεκριμένη θέση από την υπόλοιπη πόλη. Ωστόσο, στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, η παράδοση της αστικής (urban) οργάνωσης της ζωής φαίνεται να χαρακτηρίζεται και από συνέχειες. Τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ. όπου στη δύση εγκαταλείφθηκαν οι αστικές (urban) οικονομίες, στην ανατολή συνέχισαν την ανάπτυξή τους[3]. Η Αντιόχεια αποτέλεσε επισκοπική έδρα και προσχώρησε γρήγορα στη νέα θρησκεία, η οικονομική ζωή των ευρύτερων περιοχών μάλιστα, ενισχύθηκε σημαντικά τον 4ο αιώνα με την εξάπλωση του χριστιανισμού[4].
Στο πλαίσιο αυτό, βλέπουμε την πόλη να βιώνει τις αλλαγές που αναφέρθηκαν, τη νέα θρησκεία και διοίκηση να είναι παρούσες συνιστώντας πιθανώς πεδίο διαμάχης εθνικών/χριστιανών αλλά την ίδια στιγμή πρόκειται και για μια περίπτωση όπου εκδοχές ενός κλασικού παρελθόντος επιβιώνουν ακόμη τηρουμένων των αναλογιών. Επομένως, ο Αντιοχικός φαίνεται να αποτελεί μία θέση του Λιβάνιου απέναντι στα πράγματα και παρακάτω γίνεται η προσπάθεια επεξεργασίας αυτής της θέσης με ιστορικούς όρους.
Ο Αντιοχικός, παρ. 196 – 272.
Ο Λιβάνιος αναζητά παντού θα λέγαμε την ισορροπία και την αρμονία ως σχέση, διαβάζει την πόλη μέσα από τα δύο αυτά συμπληρωματικά πρίσματα. Σε όποιες κατηγορίες και αν ταξινομηθούν τα πραγματολογικά στοιχεία, οι δύο αυτές έννοιες είναι παρούσες ως εξίσου κατανεμημένος, προσβάσιμος και αρμονικά σχεδιασμένος κοινωνικός και φυσικός χώρος. Ο ρήτορας κάνει συχνές αναφορές στον ελληνικό κόσμο, επικλήσεις στο Δία, στο κλασικό παρελθόν και διατυπώνει φυσικά μία εγκωμιαστική εικόνα για την πόλη, το πληθυσμιακό και πνευματικό της μεγαλείο.
Περιγράφεται η παλαιότερη και νέα πόλη –τα βασιλικά ανάκτορα- ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος. Πρόκειται για μια πόλη επίπεδη, με δρόμους, κιονοστοιχίες και στοές που ενώνουν τους κατοίκους και επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση όλων σε όλα τα σημεία της, είναι έτσι χτισμένη που δεν υπάρχει χαμηλότερο ή υψηλότερο σημείο «ώστε να φαίνεται ότι κρέμεται» το ένα από το άλλο. Η νέα πόλη περιγράφεται σε σχέση με την παλαιότερη με όρους ενιαίου σώματος, το «εξίσου» είναι και εδώ παρόν, υπάρχουν γέφυρες που ενώνουν τα δύο τμήματα μεταξύ των οποίων επικρατεί η ομοιομορφία, διατηρώντας έτσι την αρμονία και την ισορροπία. Εγκωμιάζεται το μέγεθος και η ομορφιά των ανακτόρων αλλά με κριτήρια της κλασικής αρχαιότητας.
Το δημόσιο και ιδιωτικό δεν αναπαριστώνται διακεκριμένα αλλά σε σχέση, καλύτερα, ως όλον. Οι ιδιωτικές κατοικίες είναι συνεχείς και ανάμεσά τους βρίσκονται δημόσια κτήρια, ιερά και λουτρά, με τέτοιο τρόπο χτισμένα που όλοι οι κάτοικοι να τα χρησιμοποιούν λόγω της μικρής απόστασης, αυτή είναι η «γνήσια πόλη», εκείνη που έχει τα χαρακτηριστικά της «σύγκλισης» και της «ανάμειξης» κτηρίων (παρ.213). Σε συνάρτηση με τους δρόμους και την πολεοδομία, αναπτύσσεται το αίσθημα του κοινοτισμού, η πόλη και οι κάτοικοί της περιγράφονται ως ένα και αδιαίρετο σχήμα. Όλοι οι κάτοικοι της Αντιόχειας, ακόμη και όσοι βρίσκονται «στα τελευταία στενοσόκακα» προστατεύονται «εξίσου» από τις καιρικές συνθήκες και σε όλες τις εποχές μπορούν κινηθούν εύκολα στην πόλη αναπτύσσοντας κοινωνικές σχέσεις (παρ. 217). Η Αντιόχεια φέρνει κοντά όλους τους κατοίκους της ώστε να μοιράζονται κοινά συναισθήματα, κοινή ζωή.
Το παρελθόν αναπαρίσταται εξιδανικευμένο, η διάκριση παρελθόντος/παρόντος προσλαμβάνεται ως διάκριση σε επίπεδο αισθητικής και ηθικής απαξιώνοντας τις επιδεικτικές κατοικίες των νεόπλουτων Αντιοχέων που χτίστηκαν στους «τωρινούς φαιδρούς καιρούς» (παρ. 217). Η θέση του Λιβάνιου για την πόλη και τους «καιρούς» δηλώνεται ξεκάθαρα, εξιδανικεύει το κλασικό παρελθόν και υποστηρίζει την αυτάρκεια, την ισονομία και την ίση διανομή των αγαθών στη δημοκρατία. Όλα αυτά εν μέσω αυτοκρατορικής διοίκησης (παρ. 225, 243). Ωστόσο το παρόν της πόλης δεν απουσιάζει, ο ιππόδρομος εγκωμιάζεται κατ’ αντιπαραβολή με τα θέατρα και τους ναούς του δωδεκάθεου. Εν τέλει, συγκριτικά «είναι καλύτερη από όλες τις άλλες πόλεις στον πιο ωραίο τομέα, στην ελληνική παιδεία και ρητορική» (παρ.270).
Συνολικά, ακολουθείται το πρότυπο του Μενάνδρου Περί Επιδεικτικών, συνδυάζοντας εγκώμια χώρας και ατόμων. Περιγράφεται εγκωμιαστικά η φυσική θέση, η ισορροπία μεταξύ των εποχών, η αυτάρκεια κλπ. Η τοπιογραφία ωστόσο στο συγκεκριμένο απόσπασμα φαίνεται να πραγματοποιείται αποκλειστικά με πολιτικούς όρους ενώ τα επιτεύγματα της πόλης περιγράφονται με όρους του παρελθόντος.
Ερμηνεύοντας τον Αντιοχικό του Λιβάνιου
Η πόλη κυριαρχεί, είναι φανερό ότι στο Λόγο αυτό η μονάδα με την οποία ταξινομείται ο κόσμος είναι η ίδια η πόλη ως οντότητα, ως οργάνωση της ζωής, ως ιδέα, ως σώμα. Ο δημόσιος χώρος εμφανίζεται να επικαθορίζει τον ιδιωτικό στην αναπαράσταση της πόλης ως ενιαίας, αδιαίρετης και χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς ομάδων. Οι διαστάσεις του πολιτικού και της αισθητικής αρτιότητας είναι έκδηλες σε όλο το κείμενο (196-272), προκαλούν τον αναγνώστη πίσω από κάθε φράση του Λιβάνιου. Το δίπολο ανώτερο/κατώτερο και η σχέση εξουσίας ή ισότητας μεταξύ τους ενυπάρχει στην περιγραφή για τα υψηλότερα και κατώτερα σημεία που απουσιάζουν, «δεν προξενούν φόβο» σπίτια που θα χτίζονταν σε ψηλότερα σημεία «σαν τον βράχο του Σίσυφου¨. Η αισθητική αρμονία και «αρτιότητα» αφόρα κι αυτή με τη σειρά της το πολιτικό παρελθόν. Ανακαλείται συχνά η εικόνα της κλασικής Αθήνας όπως την παρουσίασε ο Περικλής (φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας), αλλά και η αυτάρκεια που επιτυγχάνεται μέσα από το εμπόριο.
Η έμφαση στο πνευματικό και πολιτικό πλαίσιο της κλασικής περιόδου δημιουργεί τις σιωπές του ρήτορα οι οποίες εντοπίζονται λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό πλαίσιο. Στην κατά Λιβάνιο Αντιόχεια απουσιάζει η νέα θρησκεία και η αυτοκρατορική οργάνωση της διοίκησης. Δε γίνεται λόγος για εκκλησιαστικά κτήρια, για νεκροταφεία και πιθανώς για μοναστήρια που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή ενώ όταν αναφέρεται στη νέα πόλη, την παρομοιάζει με «τετράχειρο άγαλμα του Απόλλωνος» για να εξυμνήσει την ομορφιά της. Η νέα πόλη χτίστηκε κατά την αυτοκρατορική, χριστιανική περίοδο και πρόκειται για το βασιλικό παλάτι αλλά δεν γίνεται λόγος για την πολιτική εξουσία του, μπορεί επομένως να εγκωμιάζει το μέγεθος και την ομορφιά των βασιλικών ανακτόρων αλλά το κάνει με κριτήρια της κλασικής αρχαιότητας αποσιωπώντας την αυτοκρατορική εξουσία.
Ωστόσο, η τοποθέτηση του ρήτορα σε ένα πολιτικό και πνευματικό παρελθόν θα ήταν μονοσήμαντη και πιθανώς να υποτιμούσε τον ίδιο τον Λιβάνιο. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση αυτή τη φορά του Λιβάνιου ως προσώπου με εμμονή στην κλασική εποχή θα δημιουργούσε νέες σιωπές, είναι αρκετά απίθανο να πρόκειται για έναν ρήτορα εκτός τόπου και χρόνου που καταφέρνει να κερδίσει τις αποδοκιμασίες του κοινού του. Ο Λιβάνιος γνωρίζει καλά το παρόν του, ζει στην εποχή του, οι γνώσεις και η δράση του δείχνουν να αφουγκράζεται το συγχρονικό πολιτικό του περιβάλλον αλλά να το αποδοκιμάζει και να τάσσεται υπέρ του παλαιού διοικητικού συστήματος. Δε βλέπει γύρω του μόνο πόλεις-κράτη, ναούς της παλαιάς θρησκείας και θέατρα, αναφέρεται στον ιππόδρομο και τα βασιλικά ανάκτορα, εξάλλου όλοι γύρω του τα βλέπουν δεν μπορεί να μην τα αναφέρει. Αυτό που κάνει όμως είναι να αναπαραστήσει τον ιππόδρομο αντιπαραβολικά με τους αθλητικούς και μουσικούς αγώνες στα θέατρα και να απογυμνώσει τα βασιλικά ανάκτορα από τη βασιλική τους εξουσία δηλώνοντας ωστόσο την ανωτερότητά τους: «Όπως ακριβώς οι περιοχές που βρίσκονται έξω από το βασιλικό παλάτι μοιάζουν σε μεγαλοπρέπεια με το εσωτερικό του, και, αν και κατώτερα, επιτρέπουν σε κάποιον να φανταστεί τη λαμπρότητα των ανακτόρων κοιτώντας τα λιγότερο λαμπερά κτήρια που τα περιβάλλουν […] Όλα είναι εξίσου όμορφα» (παρ.232). Τελικά, το «εξίσου» που συνεχώς επαναλαμβάνεται στον Αντιοχικό για να εξυπηρετήσει στην ισορροπία και την αρμονία, τίθεται ως ζήτημα και φαίνεται να τίθεται από τον ίδιο τον Λιβάνιο ως κάτι που θα έπρεπε να συμβαίνει, είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς την αντίφαση αυτή ακούσια.
Ομοίως μονοσήμαντος δεν είναι και ο χρόνος, η διάσταση του χρόνου στο κείμενο του Λιβάνιου δεν περιορίζεται στο παρελθόν, το παρόν του ρήτορα είναι εκείνο που τον προκαλεί, εκείνο που μοιράζεται με το κοινό του, με συμφωνούντες και αντιπάλους του, στο παρόν του απευθύνεται. Η συνείδηση του παρόντος και η αντίδρασή του είναι εκείνα που τον οδηγούν στη θέση που διατυπώνει. Το παρελθόν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το ιδεολογικό οπλοστάσιο ή ως το εργαλείο για να δώσει την απάντησή του. Σε αυτό το σχήμα προστίθεται η παράμετρος της προτροπής εντάσσοντας και το μέλλον μαζί με το παρόν και το παρελθόν. Είναι πιθανόν ο Λιβάνιος να γράφει με στόχο να προτρέψει προς μια άλλη επιλογή, να προλάβει μια ολοκληρωτική διάβρωση, της ιδεολογίας και του πολιτικού συστήματος που ενστερνίζεται, από τη νέα τάξη πραγμάτων. Βρισκόμαστε ακόμη σε μία διαδικασία εκχριστιανισμού και μπορεί η αυτοκρατορική διοίκηση να επικρατεί αλλά οι πόλεις της ευρύτερης περιοχής φαίνεται να διατηρούν στοιχεία του προηγούμενου μοντέλου αστικής (urban) οργάνωσης και οι θεσμοί της πόλης-κράτους μέσα από τον μετασχηματισμό διατηρούν και τις συνέχειές τους. «Έκαμα λοιπόν το καθήκον μου προς τη γενέτειρά μου, αγαπητοί μου ακροατές, όσο άντεχαν οι δυνάμεις μου, αλλά βέβαια με λιγότερη επιτυχία από όσο θα ήθελα. Στο μέλλον όμως ελπίζω ότι κάποιοι θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τον δικό μου λόγο, ωστόσο κανένας λόγος δεν θα μπορέσει να φτάσει το ύψος της πόλης» (παρ. 272). Ένας εξαιρετικός επίλογος που συμπυκνώνει τη θέση που διατυπώνει, διαπιστώνει την κοινωνική πραγματικότητα, φαίνεται ρεαλιστής και εισάγει ρητά πλέον τη διάσταση του μέλλοντος νοηματοδοτώντας την εκφώνηση του Λόγου του ως μία πολιτική πράξη για το μέλλον με φόντο τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Συμπέρασμα
Στο τελευταίο μέρος του Αντιοχικού, ο Λιβάνιος περιγράφει το εσωτερικό της πόλης με όρους της πολιτικής του σκέψης. Στο πλαίσιο του 4ου αιώνα κι εν μέσω της νέας θρησκείας και της αυτοκρατορικής διοίκησης, επαναφέρει στην κυριαρχία της σκέψης το στοιχείο του πολιτικού όπως αυτό γινόταν αντιληπτό στην κλασική αρχαιότητα και στην πόλη-κράτος. Η πολεοδομία και αρχιτεκτονική της Αντιόχειας περιγράφεται πολιτικά, σε σχέση με το συλλογικό, πολιτικό σώμα. Ωστόσο, η θέση του Λιβάνιου για την κοινωνική πραγματικότητα των ημερών του δεν είναι μονοσήμαντη, μια από το παρελθόν ορμώμενη άποψη με απλώς νοσταλγικό χαρακτήρα. Φαίνεται περισσότερο για μια δυναμική πρόταση για το παρόν και μέλλον στο πλαίσιο μιας ιδεολογικής διαμάχης με απτά αποτελέσματα στην οργάνωση της ζωής των κατοίκων της αυτοκρατορίας.
——————————————————————————–
[1] Λιβάνιου Αντιοχικός, σελ. 26-27.
[2]Peter Brown. Authority and the Sacred: Aspects of the Christianisation of the Roman World, The Tanner Lectures of Human Values, delivered at Cambridge University on November 22,23,24 1993. σελ. 115-117.
[3] Hugh Kennedy, “From Polis to Madina: Urban change in Late Antique and Early Islamic Syria”, Past and Present 106, 1985. σελ. 106-108.
[4] Λιβάνιου Αντιοχικός, σελ. 25-26.
Άρθρο του AP που ανέδειξε μια νέα έρευνα για το HIV στις ΗΠΑ και αναδημοσιεύτηκε στα διεθνή πρακτορεία, μας φέρνει εξ απροόπτου τοποθετώντας την εμφάνιση της πρώτης μορφής του ιού, διότι ως γνωστόν μεταλλάσσεται διαρκώς, στις πρώτες πόλεις της Αφρικής στη στροφή του 20ού αιώνα, 1884-1924 με την έρευνα να επικεντρώνεται στο 1908. Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ως απλοί αναγνώστες ότι η ασθένεια του προηγούμενου αιώνα αναγνωρίστηκε επίσημα το 1982 ενώ οι απαρχές της υπολογίζονταν στη δεκαετία του 1930, φαίνεται ωστόσο ότι ο ιός κυκλοφορούσε ανάμεσά μας αρκετά χρόνια πριν. Η δημιουργία του εντοπίζεται στην Αφρική και υποστηρίζεται ότι πρόκειται για έναν ιό που έπληττε τους χιμπατζήδες και μεταπήδησε στους ανθρώπους μεταλλάσσοντας παράλληλα τη δομή του. Το πέρασμα στην ανθρωπότητα πραγματοποιήθηκε όταν κάποιοι αφρικανοί τεμάχιζαν και πουλούσαν το κρέας των χιμπατζήδων στην αγορά, εντούτοις μέχρι και την ανάπτυξη μεγάλων πόλεων στην Αφρική δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί. Η μαζική εξάπλωση οφείλεται, σύμφωνα με την δημοσιευμένη έρευνα των αμερικανών, στη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων στην έντονη αστικοποίηση της ηπείρου κατά την οποία αναπτύχθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό η πορνεία και τα επαγγελματικά και τουριστικά ταξίδια που διαμορφώθηκαν ως πρακτικές στις νέες οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες.
Πρόσφατα σχόλια