Πρωτόλειες θεωρητικές παρατηρήσεις επί της συλλογικής δράσης, 19ος αρχές 20ού αιώνα
Ένα έλλειμμα ταξινόμησης που προκύπτει
Στις περισσότερες εργασίες για τους συλλόγους του ελληνικού βασιλείου και τους «ελληνικούς συλλόγους» της Οθ. Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα έως και το θεσμοποιητικό έργο του Βενιζέλου το 1914, παρατηρείται μία σύγχυση στην ταξινόμηση των συλλόγων και των επαγγελματικών ενώσεων, την ίδια στιγμή οι δυναμικές αυτού του προβλήματος εμπίπτουν στο θεωρητικό επίπεδο της σωματειακής δράσης και οργάνωσης. Οι μελετητές συνήθως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αναπτύσσουν τον προβληματισμό για τα σωματεία σε συνάρτηση με οποιαδήποτε ομαδοποίηση και συσσωμάτωση από συνεταιρισμούς και φιλόμουσες αδελφότητες μέχρι ενώσεις με σκοπό την αντίσταση στην κεντρική εξουσία και την πολιτική ανατροπή. Ενώ φαινομενικά, η αναγωγή στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της «συσσωμάτωσης υποκειμένων» και της λογικής της συλλογικής δράσης φαίνεται να προσφέρει τη βάση για κάποιον γενικό ορισμό, εν τέλει προκαλεί μια μάλλον συγκεχυμένη αναλυτική πορεία από την υπερδομή στις μεμονωμένες περιπτώσεις που σχεδόν πάντοτε διαφέρουν. Την ίδια στιγμή, υπό την κατηγορία «σωματειακή οργάνωση» καταγράφονται τόσο οι επαγγελματικές ενώσεις και οι συντεχνίες όσο και οι γνωστοί ως «σύλλογοι», «σύνδεσμοι», «αδελφότητες» με φιλανθρωπικό, αλτρουιστικό, θρησκευτικό, εξωραϊστικό έργο. Αν, σε πρώτη σκέψη, τα στοιχεία α. του οικονομικού χαρακτήρα και β. της προώθησης συμφερόντων αποκλειστικά των μελών ή όχι, μετατρεπόμενα σε κριτήρια φαίνεται να βάζουν μία τάξη, τελικά μάλλον δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο από το πολύτιμο πρώτο βήμα για την περίοδο που με απασχολεί.
Οι όροι: «σύλλογος», «αδελφότης», «ένωσις», «εταιρία» και «σύνδεσμος» με τους οποίους αναπροσδιορίζονται τα σωματεία σαν κι αυτό που μελετά η παρούσα εργασία, αποτελούν μάλλον αυθαίρετες ονομασίες με ελάχιστα έως ανύπαρκτα ουσιαστικά κριτήρια επιλογής βάσει στατιστικής, εκ των υστέρων επεξεργασίας τους, παρά για όρους που προκύπτουν από κάποιο άρρητο σύστημα ονοματοθεσίας. Επιπρόσθετα της σύγχυσης, ως «σύλλογοι», «σύνδεσμοι» και «ενώσεις» εμφανίζονται ομάδες και σωματεία ιδιοκτητών εταιριών, ελεύθερων επαγγελματιών και εργαζομένων.
Οικονομικός χαρακτήρας: Ομολογουμένως, στις επαγγελματικές ενώσεις, στις συντεχνίες, στα σωματεία εργοδοτών και εργαζομένων, το στοιχείο του οικονομικού είναι κυρίαρχο τόσο στο επίπεδο λόγου όσο και πρακτικών, πρόκειται για ζητήματα τα οποία οργανώνουν την παραγωγή και διανομή προϊόντων καθώς και τους όρους εργασίας. Η ερμηνεία των αντιλήψεων περί οικονομικού με πολιτισμικούς όρους δεν σχετίζεται άμεσα με το ερώτημα που απασχολεί εδώ. Ωστόσο το στοιχείο του οικονομικού φαίνεται όχι απλά υπαρκτό αλλά με κυρίαρχη θέση και στα λοιπά σωματεία. Οι πρακτικές της δωρεάς, της διανομής και προσφοράς χρήματος είναι ζωτικής σημασίας στους συλλόγους, σε περιπτώσεις μάλιστα συλλόγων εθνικού-πατριωτικού χαρακτήρα, η προσφορά χρημάτων ή περιουσιών σε περίοδο ειρήνης φαίνεται να αντικαθιστά με όρους την θυσία στη μάχη για την εθνική ολοκλήρωση.
Ο φιλανθρωπικός χαρακτήρας: Ομοίως, καταστατικά, σε επίπεδο σκοπού όσο και δράσεων, τα φιλανθρωπικά σωματεία, κυρίως γυναικείοι σύλλογοι, αναπτύσσουν φιλανθρωπικές δράσεις. Ωστόσο τα σωματεία αυτά αρκετές φορές χρηματοδοτούνται από επαγγελματικές ενώσεις. Ταυτόχρονα, οι ίδιες οι επαγγελματικές ενώσεις διοργανώνουν φιλανθρωπικές δράσεις ενώ πολύ περισσότερο εμπλέκονται στο ζήτημα της φιλανθρωπίας οι λοιποί, φιλολογικοί, φιλεκπαιδευτικοί, φιλόμουσοι σύλλογοι.
Συμφέροντα των μελών: Στις επαγγελματικές ενώσεις «οικονομικού χαρακτήρα» όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται φαίνεται ότι οργανώνονται προς την συλλογική εξυπηρέτηση, αποκλειστικά των κοινών συμφερόντων των μελών τους, μέλη τα οποία είναι όμοιων ποιοτικών χαρακτηριστικών, είναι παπλωματοποιοί, υποδηματοποιοί, εργαζόμενοι στη σιδηροβιομηχανία, τεχνίτες κοκ. Από την άλλη, οι φιλανθρωπικές, πολιτικές και θρησκευτικές οργανώσεις δεν εξυπηρετούν κατ΄ ανάγκη μόνο τα συμφέροντα των μελών τους, έχουν κι άλλους σκοπούς «αλτρουιστικού» χαρακτήρα.
θεωρητικό επίπεδο, ο Β. Anderson τη δεκαετία του 1980 προτείνει μια ανάλυση για το «έθνος» όχι στη βάση οικονομικών όρων αλλά προσεγγίζοντας την εθνικότητα ως πολιτισμική κατηγορία, ως πολιτισμική κατασκευή, συμβάλλοντας καταλυτικά στην εγκατάλειψη της αναζήτησης αντικειμενικών κριτηρίων για το έθνος. Το «έθνος» σημαίνει μια συνείδηση, ένα συναίσθημα του συνανήκειν: «Το έθνος είναι μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική οντότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη». Ο Φαντασιακός χαρακτήρας της ορίζεται στη βάση της μη προσωπικής επαφής των μελών της κοινότητας. Η φαντασία είναι το μέσο, το εργαλείο σύλληψης του έθνους. Η κοινότητα του έθνους είναι μια «βαθιά οριζόντια σχέση» (πολιτικό περιεχόμενο) στην οποία επικρατεί το «αίσθημα της αδελφότητας» (θρησκευτικό περιεχόμενο). Το «έθνος» ως τρόπος σύλληψης του κόσμου, ως πολιτισμικό σύστημα, διαδέχτηκε ιστορικά τις θρησκευτικές κοινότητες και τα δυναστικά καθεστώτα όταν κατά το 18ο αιώνα οι κυρίαρχες πολιτισμικές αντιλήψεις των προηγούμενων συστημάτων ταξινόμησης του κόσμου έχασαν την αξιωματική επιρροή τους στο μυαλό των ανθρώπων .
Απόλυτη διάκριση μεταξύ της θρησκευτικής και εθνικής φαντασίας δεν μπορεί να συμβεί. Το έθνος νοείται πάντα ως μία οριζόντια συντροφική σχέση, είναι αυτό το αίσθημα της αδελφότητας που δίνει τη δυνατότητα σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, τους δύο τελευταίους αιώνες, όχι τόσο να σκοτώνουν, όσο να είναι πρόθυμοι να δίνουν τη ζωή τους για τόσο περιορισμένες φαντασιώσεις. Μνημεία του εθνικισμού, κενοτάφια και μνημόσυνα, τελετουργίες παρόμοιες με τις θρησκευτικές. Θάνατος και Αθανασία, θρησκευτικές και εθνικές φαντασιώσεις για τον νοητό χώρο των αθανάτων ηρώων του έθνους ή των αγίων. Παρόμοια σχέση αναπτύσσεται και μεταξύ γενεών, ένα παρελθόν που ανήκει στο «ανέκαθεν» και αναπαραγωγή της πίστης ή της ιδεολογίας προσδιορίζουν τη σχέση με τους αγέννητους. Επομένως, ο εθνικισμός έχει ένα συμβολικό ρεπερτόριο το οποίο υπήρχε ήδη στη θρησκεία και το μεταμορφώνει κατά περίπτωση.
Πρόσφατα σχόλια