Αρχείο

Posts Tagged ‘ελλάδα’

Γιατί η μετανάστευση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα στη χώρα μας

Σεπτεμβρίου 7, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Αφορμή μου έδωσε το άρθρο της Ιώννας Σωτήρχου στην Ελευθεροτυπία:   250.000 παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα μας,  Δυο φορές χωρίς πατρίδα…   Γι αυτό θα ήθελα να του ρίξετε μια ματιά πριν διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια.

Δείχνουμε τον μετανάστη αναζητώντας τον σύγχρονο Έλληνα..

Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις της δημοσιογράφου εν προκειμένω, ποιες είναι εκείνες οι άρρητες, βαθύτερες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν τα διανοητικά εκείνα συμφραζόμενα εντός των οποίων διατυπώνεται το πρόβλημα των μεταναστών στη χώρα μας; Διότι πρόβλημα υφίσταται και μάλιστα μεγάλο, με ιδιαίτερη δυναμική, απροσδιόριστες ρίζες και απρόβλεπτες προεκτάσεις. 250.000 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μαθήτευσαν στα σχολεία και φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια, μιλούν και σκέφτονται ελληνικά, τις περισσότερες φορές δηλώνουν Έλληνες αλλά δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως τέτοιοι. Δύο φορές χωρίς πατρίδα; Θα διόρθωνα ελάχιστα ωστόσο ουσιωδώς: υποκείμενα χωρίς επικράτεια, επομένως μη πολίτες σε έναν πλανήτη γεμάτο κράτη, άνθρωποι απροσδιόριστης πολιτικής ιδιότητας στα όρια του λαθραίου και του νόμιμου. Κι ταυτότητά τους: μετανάστης (2ης γενιάς).  Το πρόβλημα συνεπώς είναι ιδεολογικό, διότι δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, ως Έλληνες σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η αναγνώριση του προβλήματος ως πολιτικού, ιδεολογικού και όχι ως οικονομικού ή κάτι άλλο, είναι ίσως το σημαντικότερο βήμα. Η ερμηνευτική προτεραιότητα που δίδεται διαμορφώνει μια άποψη και παράλληλα αναδεικνύει τα πιθανάλάθη που οδηγούν στην αναπαραγωγή του προβλήματος. Συχνά ανακοινώνονται θέσεις και προτάσεις για το ζήτημα της μετανάστευσης με γνώμονα οικονομικά μεγέθη και αφομοιωτικές πρακτικές στη βάση μιας οικονομιστικής, απρόσωπης προσέγγισης. Γιατί όμως με τόσες οικονομικές διάνοιες δεν λύθηκε μέχρι σήμερα το πρόβλημα; Διότι το οικονομικό είναι μέρος του πολιτισμικού, σχηματίζεται εντός μιας ιδεολογίας, συνίσταται σε μια δομημένη πολιτική οντότητα και δεν είναι αυθύπαρκτο, δεν λειτουργεί ως το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής σε μια κοινωνία. Με άλλα λόγια, η αποδοχή του διαφορετικού στη γειτονιά, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας, στο σχολείο και το κοινοβούλιο, εντός των συνόρων μας, δηλαδή μες το σπίτι μας, που εμείς ζούμε και μας ανήκει ό,τι έχει, δεν είναι οικονομικό ζήτημα. Ο τίτλος του «οικονομικού μετανάστη» είναι ακριβώς εκείνη η προσέγγιση του ελληνικού κράτους που οδήγησε στη δημιουργία και διόγκωση του προβλήματος, γι αυτό και ουδέποτε το έλυσαν οι οικονομολόγοι και τα golden boys της κάθε κυβέρνησης.  

Συνεπώς τι σημαίνει μετανάστης 2ης γενιάς: Σημαίνει έναν εξ ορισμού αποκλεισμό, μια άρνηση και μια απαγόρευση. Ο «μετανάστης» είναι μια θέση στη χώρα, στην κοινωνία υποδοχής. Στην Ελλάδα εκτός από προσωρινή είναι και μια σαφώς ιεραρχικά κατώτερη, ίσως και να αντικαθιστά την ίδια την «ανθρώπινη φύση». Τα παιδιά αυτά γεννήθηκαν σε έναν τόπο που η πατρίδα των γονέων τους μεταβολίζεται σε μια πολιτισμική αποσκευή η οποία τα οδηγεί στον αποκλεισμό, τους εγκλωβίζει και τους καταδικάζει σε αιώνιους μετανάστες. Η ταυτότητα του μετανάστη στα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα μας είναι κυρίως ετεροπροσδιορισμένη. Κι αυτό διότι σήμερα μάλλον αναζητούμε τι κάνει έναν Έλληνα να είναι Έλληνας και όχι κάτι άλλο. Πώς λοιπόν φτάσαμε στο σημείο να παραμένει αυτή η κατάσταση άλυτη, γιατί τα πάντα γύρω από το θέμα είναι θολά και ρευστά; Το ελληνικό έθνος, στους όρους του οποίου οικοδομείται το ελληνικό εθνικό-κράτος δεν αποτέλεσε τελικά μια πολιτική οντότητα, δηλαδή δεν συγκροτήθηκε ως μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών. Σε μια τέτοια περίπτωση τα κριτήρια συμμετοχής στην εθνική ομάδα θα ήταν ποιο λιτά, όσοι κατοικούν στην επικράτεια που επαναστατικά κερδήθηκε, και το επιθυμούν, είναι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, ίσοι μεταξύ τους σε μια δημοκρατία. Το ελληνικό έθνος προσλήφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως ιστορικό, πολιτισμικό έθνος και τα κριτήρια συγκρότησής του σε βασίλειο και της συμμετοχής σε αυτό παρέμειναν ασαφή και εναλλασσόμενα κατά περιόδους· η ιδέα της ιδιαίτερης καταγωγής από μια κλασική αρχαιότητα, η γλώσσα, η θρησκεία κλπ.

Η νομική μετάφραση όλων αυτών ώστε να διατυπωθούν συνταγματικά τα κριτήρια της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη δεν ήταν και ως φαίνεται παραμένει, ένα σοβαρό πρόβλημα. Στις μέρες μας μάλιστα, που το μεταναστευτικό φαινόμενο και οι υπερεθνικοί φορείς ακμάζουν, τα κριτήρια συμμετοχής σε μια εθνική ομάδα τίθενται υπό συζήτηση. Στο έθνος-κράτος, το εθνικό συλλογικό υποκείμενο αυτοδιοικείται, καταναλώνει τα πεπερασμένα αγαθά της επικράτειάς του, εισάγει και εξάγει, απολαμβάνει την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά του από την οποία αντλεί τα απαραίτητα συστατικά της ταυτότητάς του. Ο έλληνας πολίτης είναι γεννημένος έλληνας, από Έλληνα πατέρα (διότι πάντα παίζει κι η ανωτερότητα του φύλου) και κατάγεται από την αρχαία Ελλάδα, το βυζάντιο, και τους αρματολούς του ’21. Τι από όλα τα παραπάνω έχουν τα παιδιά των μεταναστών, απολύτως τίποτε. Πρόκειται για πολιτική αναγνώριση, μια πολιτική ταυτότητα η οποία εδράζεται σε ένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο αν δεν διακρίνει τον ξένο, δεν υφίσταται. Η διάκριση και ο αποκλεισμός είναι συστατικά στοιχεία του.

Στο πλαίσιο βέβαια της ΕΕ, τέτοιου είδους ιδέες και διατυπώσεις δεν μπορούν να φιλοξενηθούν, δε συνάδουν με το όραμα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης η οποία σχεδιάστηκε ακριβώς μετά την οικονομική συνεργασία ως ένα παραπάνω βήμα που αφορά πλέον τη συλλογική συνείδηση των πολιτών της. Από αυτή την ολοκλήρωση πηγάζουν έννοιες και φυσικά οδηγίες όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «πολιτικές μετανάστευσης», «θεσμικά δίκαια», κλπ. Κι εδώ, έχουμε να κάνουμε με το διττή «φύση» του σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους, αυτή τη διαρκή εσωτερική σύγκρουση: Από τη μία το υποτίθεται επιθυμητό ευρωπαϊκό προφίλ ενός δυτικού τύπου κράτους και από την άλλη το αόριστο και επιπόλαιο της εσωτερικής κουλτούρας, μια κουλτούρας που οδήγησε σε πολιτικές πρακτικές και λόγους αμιγώς για εσωτερική κατανάλωση η οποία θα συνεχίσει να ικανοποιεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον εθνικό εγωισμό προσφέροντας το άλλοθι στην πολιτική κατάντια και ξευτίλα των σύγχρονων Ελλήνων. Καπου στη μεση, μετέωρο εντός της ασάφειας του ελληνικού ιδεώδους διατηρείται άλυτο το μεταναστευτικό  στη χώρα μας.

Ομολογουμένως, αισθάνομαι κι εγώ κάπως αμήχανα στη θέαση τόσων μεταναστών στην πατρίδα μου, δεν μπορώ να το αποκρύψω, το βιώνω, αυτό όμως δεν πρέπει να εμποδίζει κανέναν μας να παραδεχτεί και να ερμηνεύσει τις συνθήκες που δημιουργούνται οι ανασφάλειές μας.

Η επίκαιρη εικόνα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα

Ένας χρόνος πέρασε από τις μεγάλες κινητοποιήσεις των φοιτητών και η ελληνική εκπαίδευση ανεβαίνει αυτές τις μέρες στο θέατρο του παραλόγου, άγνοιας και συντεχνίας γωνία.. Ο άξονας των έντονων φοιτητικών αντιδράσεων ήταν η επικείμενη ιδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ενώ η ενημέρωση για τον νέο νόμο-πλαίσιο ήταν από ελλειπής έως ανύπαρκτη. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος: ελάχιστοι είχαμε διαβάσει το νομοσχέδιο που είχε ανακοινώσει τότε το υπουργείο, έστω και όταν το δημοσίευσε μετά από μήνες συντήρησης ενός θολού τοπίου. Το μότο των ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρέα με την “ανωτατοποίηση” των κολεγίων, έφεραν στις γενικές συνελεύσεις και στις πορείες τη λογική και αρκετούς νέους φοιτητές. Tα ψήγματα αλλαγής του τοπίου έκαναν κάποιους ανεξάρτητους συνδικαλιστές όπως τον συντάκτη του άρθρου αυτού (πρόεδρος μεταπτυχιακών ανθρωπολογίας παν. αιγαίου τότε) να πιστέψουν σε μια ορθολογικοποιήση του φοιτητικού συνδικαλισμού στη βάση της γνώσης και του κοινού συμφέροντος. Πολλά παιδιά δεν είχαν διαμορφωμένη άποψη για τα θεματα και περιμέναν να ενημερωθούν στις Γενικές Συνελεύσεις από τους φοιτητοπατέρες και τα κομματοκουτάβια, αδίκως βέβαια. Ευτυχώς για μας ήταν εύκολο να τους πείσουμε υπέρ των δημόσιων πανεπιστημίων με τα επιχειρήματά μας διότι τα κόμματα αναμασούσαν τις παραθυρολογίες που ξαφνικά, όταν γίναμε πολλοί, δεν έπειθαν.. Την ίδια διάθεση ειχαμε  απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία και τα ΜΜΕ, είμασταν σίγουροι ότι δεν γνώριζαν τα ζητήματα και φυσικά δεν γνώριζαν ή δεν ήθελαν να μάθουν και οι δημοσιογράφοι. Θυμάμαι μία εκπομπή του Πρετεντέρη για τον νέο νόμο στην οποία κανείς δεν είχε διαβάσει ούτε τον νόμο τσάτσου-ζώρα και λοιπών του 1982 ούτε τον καινούριο αγνώστων συντακτών.. 

Είναι αλήθεια πως όσοι είχαμε διαβάσει τον νέο νόμο δυσκολευόμασταν να τον αποδοκιμάσουμε στο σύνολό του, φυσικά οι  επιθέσεις που δεχθήκαμε από τους καριερίστες ή τα στρατιωτάκια του φοιτητικού συνδικαλισμού ηταν απερίγραπτες. Παρόλο που η φιλοσοφία του νόμου είναι αποριπτέα υπάρχουν άρθρα τα οποία βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση, ένα από αυτά αφορά τις εκλογές πρυτανικών αρχών.

Αναβρασμός φαίνεται να προκαλείται στα ΑΕΙ εν όψη πρυτανικών εκλογών, ένας αναβρασμός κατά τη γνώμη μου πλασματικός. Οι όσοι καταληψίες ζητούν την πλήρη απόσυσρη του νόμου αντιδρούν με αφορμή την ρύθμιση της καθολικής ψηφοφορίας. Ουσιαστικά η ΠΚΣ βρίσκει ένα προπύργιο ολκληρωτικής άρνησης χωρίς περιεχόμενο και παλεύει πάλι να καπελώσει τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών μονοπωλώντας τη συλλογική δράση ως αποκλειστικά δικό της συστατικό στοιχείο. Τα ΕΑΑΚ και οι δήθεν “εκτός συστήματος” ούτως ή άλλως ευκαιρία ψάχνουν για να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, οι λίγοι του ΣΥΡΙΖΑ ξερογλείφονται για ψήφους και επαναφέρουν το άρθρο 16, είναι εκτός θέματος δηλαδή.. Οι δύο παρατάξεις που κυριαρχούν στο 10% των φοιτητών που τελικά ασχολείται με όλα αυτά, δεν ενδιαφέρονται για την ουσία. Η ΔΑΠ ως η έχουσα το τιμόνι του νέου τύπου συνδικαλισμού είναι σε όλες τις περιπτώσεις βολεμένη διότι α. έχει μεταφέρει το παιχνίδι των ψήφων εκτός πανεπιστημίων, δηλαδή σε πάρτυ, σφηνάκια και εκδρομές β. υποστηρίζουν στη βάση της αδιαφορίας τους και το κυβερνητικό έργο για να φαίνονται ότι έχουν άποψη, οπότε όλα βαίνουν καλώς γι αυτούς. Από την άλλη η ΠΑΣΠ συνεχίζει με ανεξάντλητη μαλακία να αντιγράφει ανεπιτυχώς και σε δεύτερο χρόνο τις ιδέες της ΔΑΠ.

Σε συνάρτηση με την εσωτερική κατάσταση, τους κομματολύκους των ΔΕΠ και την στάση κάποιων σταθμών και εφημερίδων γίνεται λόγος για σειρά αντιδράσεων και “καζάνια που βράζουν”. Πρόκειται για πλασματικές αντιδράσεις επομένως αφού δεν υπάρχουν στην ουσία παρά από τους λίγους που περιέγραψα παραπάνω και οι τίτλοι των ρεπορτάζ είναι προϊόντα μερικών καναλαρχών και εκδοτών για πολιτικούς λόγους.

Ο νέος νόμος για τις εκλογές προβλέπει τα εξής:

«3. α) Ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις εκλέγονται
από ειδικό σώμα εκλεκτόρων που απαρτίζεται από το
σύνολο: i) των μελών Δ.Ε.Π. του Πανεπιστημίου, ii) των
προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών του Πανεπι−
στημίου και iii) των Βοηθών, Επιστημονικών Συνεργατών
και Επιμελητών, των μελών του Ειδικού και Εργαστηρι−
ακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.Ε.ΔΙ.Π.), των μελών του
Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.)
και του Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου.
Το ποσοστό των ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος
συνδυασμός υπολογίζεται από το άθροισμα των ποσο−
στών επί των ψηφισάντων που έλαβε ο συνδυασμός από
καθεμιά από τις τρεις κατηγορίες εκλεκτόρων, τούτων
πολλαπλασιαζόμενων με τους συντελεστές βαρύτητας
0,50, 0,40 και 0,10 αντίστοιχα και ανεξάρτητα από το
ποσοστό προσέλευσης της κάθε κατηγορίας εκλεκτό−
ρων. Ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή των
ανωτέρω προβλέπονται στον Εσωτερικό Κανονισμό του
Ιδρύματος.»

Ο Υπουργός Στυλιανίδης επανέρχεται με δηλώσεις για τα “μη κρατικά” πανεπιστήμια. Αποτελεί μεγάλο παράδοξο γιατί όλοι οι υπόλοιποι εδω και 3 χρόνια περίπου κάνουν λόγο για ιδιωτικά πανεπιστήμια ενώ το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ επιμένουν στα “μη κρατικά”. Αντί να ιδεολογίσω σε αμέτρητες γραμμές θα περιγράψω το περιεχόμενο των δύο αυτων φράσεων. Ενα “μη κρατικό” πανεπιστήμιο δε αποκλείει τον δημόσιο χαρακτήρα του αλλα ούτε και τον ιδιωτικό, πρόκειται επομένως για μία μπαρούφα η οποία θυμίζει τους χρησμούς της Πυθίας η οποία εκφραζόταν με τέτοιον τρόπο για να “πέσει μέσα” ό,τι και να συμβει. Υπστηρίζοντας ότι ένα ίδρυμα είναι μη κρατικό εννοείται πως μπορεί να είναι όλα τα υπόλοιπα εκτός υπό τη διοίκηση του κράτους με την κλειστή έννοια, δηλαδή των υπουργείων παιδείας και οικονομίας, είναι πιθανόν επομένως να είναι ένα ίδρυμα της εθνικής τράπεζας, ενός δήμου, ενός κοινοφελούς ιδρύματος ή της ιντρακόμ, ένα πρώην κολέγιο, της πίτσα ΧΑΤ ή και της εκκλησίας. Επι του πρακτέου, οι πολιτικοί που μιλούν για μη κρατικά θέλουν να πιστέψουμε ότι οραματίζονται την ίδρυση πανεπιστημίων από άλλους δημόσιους φορείς εκτός του κράτους, για παράδειγμα μια νομαρχία ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο φορέα. Ευλόγως κανείς διστάζει σε μια τέτοια πρόταση αφού δεν υπάρχουν χρήματα και μάλιστα αν κάποιος θελήσει να υποστηρίξει τα πανεπιστήμια μπορεί να το κάνει και τώρα, χωρίς αλλαγή στο Σύνταγμα.

Από την άλλη, όλοι οι υπόλοιποι βλεπουν μπροστά τους την πραγματικότητα η οποία δεν είναι άλλη από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Με τον όρο “ιδιωτικά” εισάγεται η έννοια του κέρδους στην ανώτατη εκπαίδευση και συγκεκριμένα του ιδιωτικού κέρδους είτε οικονομικού είτε συμβολικού. Όποιος ελέγχει τα πανεπστήμια μπορεί να κερδίζει χρήματα ρίχνοντας την ποιότητα σπουδών και αποκλείοντας τους μη εχοντες την οικονομική δυνατότητα να πάρουν ένα πτυχιο,  μπορεί όμως να ελέγχει και τις επόμενες γενιές, τις γνώσεις τους, τις επιθυμίες τους, τις επιλογές τους.

Την ίδια στιγμή ανακοινώνονται αυξήσεις στα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης με επιμέρους αυξήσεις στη διδασκαλία κάθε μαθήματος. Αυξήσεις αναμένονται και στα φροντιστήρια προκαλώντας τις αντιδράσεις γονέων για το δυσβάσταχτο κόστος της εκπαίδευσης των παιδιών τους. Μεσα σε όλα αυτά, συνεχίζουμε να μιλάμε για μη δημόσια πανεπιστήμια και οι φοιτητοπατέρες κλείνουν την πόρτα σε μία από τις δημοκρατικότερες ρυθμίσεις του νέου νόμου.

Κάποιος μας κοροϊδεύει ή εμένα μου φαίνεται;

Μπ. Πετράς

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.