Γιατί η μετανάστευση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα στη χώρα μας

Αφορμή μου έδωσε το άρθρο της Ιώννας Σωτήρχου στην Ελευθεροτυπία: 250.000 παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα μας, Δυο φορές χωρίς πατρίδα… Γι αυτό θα ήθελα να του ρίξετε μια ματιά πριν διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια.
Δείχνουμε τον μετανάστη αναζητώντας τον σύγχρονο Έλληνα..
Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις της δημοσιογράφου εν προκειμένω, ποιες είναι εκείνες οι άρρητες, βαθύτερες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν τα διανοητικά εκείνα συμφραζόμενα εντός των οποίων διατυπώνεται το πρόβλημα των μεταναστών στη χώρα μας; Διότι πρόβλημα υφίσταται και μάλιστα μεγάλο, με ιδιαίτερη δυναμική, απροσδιόριστες ρίζες και απρόβλεπτες προεκτάσεις. 250.000 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μαθήτευσαν στα σχολεία και φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια, μιλούν και σκέφτονται ελληνικά, τις περισσότερες φορές δηλώνουν Έλληνες αλλά δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως τέτοιοι. Δύο φορές χωρίς πατρίδα; Θα διόρθωνα ελάχιστα ωστόσο ουσιωδώς: υποκείμενα χωρίς επικράτεια, επομένως μη πολίτες σε έναν πλανήτη γεμάτο κράτη, άνθρωποι απροσδιόριστης πολιτικής ιδιότητας στα όρια του λαθραίου και του νόμιμου. Κι ταυτότητά τους: μετανάστης (2ης γενιάς). Το πρόβλημα συνεπώς είναι ιδεολογικό, διότι δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, ως Έλληνες σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κράτος-μέλος της ΕΕ.
Η αναγνώριση του προβλήματος ως πολιτικού, ιδεολογικού και όχι ως οικονομικού ή κάτι άλλο, είναι ίσως το σημαντικότερο βήμα. Η ερμηνευτική προτεραιότητα που δίδεται διαμορφώνει μια άποψη και παράλληλα αναδεικνύει τα πιθανάλάθη που οδηγούν στην αναπαραγωγή του προβλήματος. Συχνά ανακοινώνονται θέσεις και προτάσεις για το ζήτημα της μετανάστευσης με γνώμονα οικονομικά μεγέθη και αφομοιωτικές πρακτικές στη βάση μιας οικονομιστικής, απρόσωπης προσέγγισης. Γιατί όμως με τόσες οικονομικές διάνοιες δεν λύθηκε μέχρι σήμερα το πρόβλημα; Διότι το οικονομικό είναι μέρος του πολιτισμικού, σχηματίζεται εντός μιας ιδεολογίας, συνίσταται σε μια δομημένη πολιτική οντότητα και δεν είναι αυθύπαρκτο, δεν λειτουργεί ως το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής σε μια κοινωνία. Με άλλα λόγια, η αποδοχή του διαφορετικού στη γειτονιά, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας, στο σχολείο και το κοινοβούλιο, εντός των συνόρων μας, δηλαδή μες το σπίτι μας, που εμείς ζούμε και μας ανήκει ό,τι έχει, δεν είναι οικονομικό ζήτημα. Ο τίτλος του «οικονομικού μετανάστη» είναι ακριβώς εκείνη η προσέγγιση του ελληνικού κράτους που οδήγησε στη δημιουργία και διόγκωση του προβλήματος, γι αυτό και ουδέποτε το έλυσαν οι οικονομολόγοι και τα golden boys της κάθε κυβέρνησης.
Συνεπώς τι σημαίνει μετανάστης 2ης γενιάς: Σημαίνει έναν εξ ορισμού αποκλεισμό, μια άρνηση και μια απαγόρευση. Ο «μετανάστης» είναι μια θέση στη χώρα, στην κοινωνία υποδοχής. Στην Ελλάδα εκτός από προσωρινή είναι και μια σαφώς ιεραρχικά κατώτερη, ίσως και να αντικαθιστά την ίδια την «ανθρώπινη φύση». Τα παιδιά αυτά γεννήθηκαν σε έναν τόπο που η πατρίδα των γονέων τους μεταβολίζεται σε μια πολιτισμική αποσκευή η οποία τα οδηγεί στον αποκλεισμό, τους εγκλωβίζει και τους καταδικάζει σε αιώνιους μετανάστες. Η ταυτότητα του μετανάστη στα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα μας είναι κυρίως ετεροπροσδιορισμένη. Κι αυτό διότι σήμερα μάλλον αναζητούμε τι κάνει έναν Έλληνα να είναι Έλληνας και όχι κάτι άλλο. Πώς λοιπόν φτάσαμε στο σημείο να παραμένει αυτή η κατάσταση άλυτη, γιατί τα πάντα γύρω από το θέμα είναι θολά και ρευστά; Το ελληνικό έθνος, στους όρους του οποίου οικοδομείται το ελληνικό εθνικό-κράτος δεν αποτέλεσε τελικά μια πολιτική οντότητα, δηλαδή δεν συγκροτήθηκε ως μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών. Σε μια τέτοια περίπτωση τα κριτήρια συμμετοχής στην εθνική ομάδα θα ήταν ποιο λιτά, όσοι κατοικούν στην επικράτεια που επαναστατικά κερδήθηκε, και το επιθυμούν, είναι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, ίσοι μεταξύ τους σε μια δημοκρατία. Το ελληνικό έθνος προσλήφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως ιστορικό, πολιτισμικό έθνος και τα κριτήρια συγκρότησής του σε βασίλειο και της συμμετοχής σε αυτό παρέμειναν ασαφή και εναλλασσόμενα κατά περιόδους· η ιδέα της ιδιαίτερης καταγωγής από μια κλασική αρχαιότητα, η γλώσσα, η θρησκεία κλπ.
Η νομική μετάφραση όλων αυτών ώστε να διατυπωθούν συνταγματικά τα κριτήρια της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη δεν ήταν και ως φαίνεται παραμένει, ένα σοβαρό πρόβλημα. Στις μέρες μας μάλιστα, που το μεταναστευτικό φαινόμενο και οι υπερεθνικοί φορείς ακμάζουν, τα κριτήρια συμμετοχής σε μια εθνική ομάδα τίθενται υπό συζήτηση. Στο έθνος-κράτος, το εθνικό συλλογικό υποκείμενο αυτοδιοικείται, καταναλώνει τα πεπερασμένα αγαθά τ
ης επικράτειάς του, εισάγει και εξάγει, απολαμβάνει την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά του από την οποία αντλεί τα απαραίτητα συστατικά της ταυτότητάς του. Ο έλληνας πολίτης είναι γεννημένος έλληνας, από Έλληνα πατέρα (διότι πάντα παίζει κι η ανωτερότητα του φύλου) και κατάγεται από την αρχαία Ελλάδα, το βυζάντιο, και τους αρματολούς του ’21. Τι από όλα τα παραπάνω έχουν τα παιδιά των μεταναστών, απολύτως τίποτε. Πρόκειται για πολιτική αναγνώριση, μια πολιτική ταυτότητα η οποία εδράζεται σε ένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο αν δεν διακρίνει τον ξένο, δεν υφίσταται. Η διάκριση και ο αποκλεισμός είναι συστατικά στοιχεία του.
Στο πλαίσιο βέβαια της ΕΕ, τέτοιου είδους ιδέες και διατυπώσεις δεν μπορούν να φιλοξενηθούν, δε συνάδουν με το όραμα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης η οποία σχεδιάστηκε ακριβώς μετά την οικονομική συνεργασία ως ένα παραπάνω βήμα που αφορά πλέον τη συλλογική συνείδηση των πολιτών της. Από αυτή την ολοκλήρωση πηγάζουν έννοιες και φυσικά οδηγίες όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «πολιτικές μετανάστευσης», «θεσμικά δίκαια», κλπ. Κι εδώ, έχουμε να κάνουμε με το διττή «φύση» του σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους, αυτή τη διαρκή εσωτερική σύγκρουση: Από τη μία το υποτίθεται επιθυμητό ευρωπαϊκό προφίλ ενός δυτικού τύπου κράτους και από την άλλη το αόριστο και επιπόλαιο της εσωτερικής κουλτούρας, μια κουλτούρας που οδήγησε σε πολιτικές πρακτικές και λόγους αμιγώς για εσωτερική κατανάλωση η οποία θα συνεχίσει να ικανοποιεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον εθνικό εγωισμό προσφέροντας το άλλοθι στην πολιτική κατάντια και ξευτίλα των σύγχρονων Ελλήνων. Καπου στη μεση, μετέωρο εντός της ασάφειας του ελληνικού ιδεώδους διατηρείται άλυτο το μεταναστευτικό στη χώρα μας.
Ομολογουμένως, αισθάνομαι κι εγώ κάπως αμήχανα στη θέαση τόσων μεταναστών στην πατρίδα μου, δεν μπορώ να το αποκρύψω, το βιώνω, αυτό όμως δεν πρέπει να εμποδίζει κανέναν μας να παραδεχτεί και να ερμηνεύσει τις συνθήκες που δημιουργούνται οι ανασφάλειές μας.

Πρόσφατα σχόλια