Οι πραγματικές ανισότητες στα σχολεία, μιας και θα μιλήσουμε για το λύκειο σύντομα..
“Το να είναι κανείς τυφλός μπροστά στις κοινωνικές ανισότητες καταδικάζει και επιτρέπει να εξηγούνται όλες οι ανισότητες, και ιδίως στο ζήτημα της σχολικής επιτυχίας, ως ανισότητες φυσικές, ανισότητες χαρισμάτων. Μια τέτοια στάση βρίσκεται μέσα στη λογική ενός συστήματος που, καθώς βασίζεται πάνω στο αξίωμα της τυπικής ισότητας όλων των διδασκομένων, δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλες ανισότητες πέρα από ανισότητες που εξαρτώνται από ατομικά χαρίσματα. Είτε πρόκειται για την εκπαίδευση καθεαυτή είτε πρόκειται για την επιλογή, ο καθηγητής γνωρίζει μόνο διδασκομένους ίσους στα δικαιώματα και στα καθήκοντα: το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, τους συμβαίνει να προσαρμόσει τη διδασκαλία του σε ορισμένους, αυτό συμβαίνει επειδή απευθύνεται στους λιγότερο “προικισμένους” και όχι στους λιγότερο προνομιούχους από την κοινωνική τους προέλευση. [...] Το να λέει κανείς με τόνο απηυδισμένου οικτιρμού ότι “οι φοιτητές [ή μαθητές] δεν διαβάζουν πια” ή ότι “το επίπεδο πέφτει από χρόνο σε χρόνο”, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με το να αποφεύγει να διερωτηθεί γιατί η κατάσταση είναι έτσι και να βγάλει από αυτό τα παιδαγωγικά συμπεράσματα. Καταλαβαίνει κανείς ότι το σύστημα αυτό βρίσκει την ολοκλήρωσή του στους διαγωνισμούς που διασφαλίζουν τέλεια την τυπική ισότητα των υποψηφίων, αλλά αποκλείουν με την ανωνυμία, τον συνυπολογισμό των πραγματικών ανισοτήτων ως προς την κουλτούρα. [...] Η τυπική ισότητα την οποία διασφαλίζουν οι διαγωνισμοί το μόνο που κάνει είναι να μετασχηματίζει το προνόμιο σε αξία, αφού επιτρέπει στη δράση της κοινωνικής προέλευσης να συνεχίσει να ασκείται, αλλά από δρόμους απόκρυφους. [...] Η σχολική αποτυχία, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν γίνεται αντιληπτή ως συνδεόμενη με μιαν ορισμένη κοινωνική κατάσταση -για παράδειγμα με τη διανοητική ατμόσφαιρα του οικογενειακού περιβάλλοντος, με τη δομή της γλώσσας που μιλιέται εκεί, ή με τη στάση απέναντι στο Σχολείο και στην κουλτούρα που ενθαρρύνει το Σχολείο-, αποδίδεται κατά τρόπο φυσικό στην έλλειψη χαρισμάτων [ικανοτήτων]. Τα παιδιά που προέρχονται από τις κατώτερες τάξεις είναι τα θύματα που σημαδεύονται από αυτούς τους ορισμούς ουσίας, μέσα στους οποίους εγκλείουν τα άτομα οι διδάσκοντες”.
Bourdieu P., Passeron J.-Cl., Οι Κληρονόμοι, Αθήνα 1996.
Φανταστείτε μία τάξη γεμάτη μαθητές από όλη την Ελλάδα να γράφουν ένα διαγώνισμα σε οποιοδήποτε μάθημα. Κοινά θέματα φυσικά και ο ίδιος καθηγητής ή η ίδια καθηγήτρια για όλους. Νομίζετε ότι αυτή η επιφανειακή και στιγμιαία ίσως εξίσωση όλων των μαθητών απέναντι στη γνώση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Για κοιτάξτε καλύτερα και δείτε το παιδί ενός πανεπιστημιακού που μεγάλωσε με την ιδέα του διαβάσματος. Δείτε δίπλα του παλεύοντας να γράψει τα ίδια θέματα το παιδί του χασάπη που κάθε βδομάδα ξεφορτώνει τα φορτηγά με τον πατέρα του και δεν του έχει μιλήσει ποτέ κανείς για βιβλία. Δείτε το παιδί ενός δικηγόρου από το Παλαιό Ψυχικό που μάλλον θα πήγαινε σε κάποιο κολλέγιο τελικά και το παιδί του εργαζομένου στην καθαριότητα από την Καισαριανή που δεν έχει τα χρήματα να πάει φροντιστήριο.
Δείτε καλύτερα λοιπόν παιδιά διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης, διαφορετικής κουλτούρας, παιδιά που άλλα μεγαλώνουν με την ιδέα των σπουδών στο κεφάλι τους και άλλα με την ιδέα να δουλέψουν ή να καβαλήσουν ένα παπάκι για να πάνε βόλτα. Αυτά τα παιδιά γίνανε ξαφνικά “ίσα” μεταξύ τους, “ίσα” απέναντι σε ίδια θέματα και απέναντι στον ίδιο πιθανώς ηλίθιο καθηγητή που έκανε σκονάκια στο πανεπιστήμιο για να πάρει ένα πτυχίο.

ης επικράτειάς του, εισάγει και εξάγει, απολαμβάνει την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά του από την οποία αντλεί τα απαραίτητα συστατικά της ταυτότητάς του. Ο έλληνας πολίτης είναι γεννημένος έλληνας, από Έλληνα πατέρα (διότι πάντα παίζει κι η ανωτερότητα του φύλου) και κατάγεται από την αρχαία Ελλάδα, το βυζάντιο, και τους αρματολούς του ’21. Τι από όλα τα παραπάνω έχουν τα παιδιά των μεταναστών, απολύτως τίποτε. Πρόκειται για πολιτική αναγνώριση, μια πολιτική ταυτότητα η οποία εδράζεται σε ένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο αν δεν διακρίνει τον ξένο, δεν υφίσταται. Η διάκριση και ο αποκλεισμός είναι συστατικά στοιχεία του.
Πρόσφατα σχόλια