Αρχείο

Archive for Σεπτεμβρίου, 2009

Οι πραγματικές ανισότητες στα σχολεία, μιας και θα μιλήσουμε για το λύκειο σύντομα..

Σεπτεμβρίου 21, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

“Το να είναι κανείς τυφλός μπροστά στις κοινωνικές ανισότητες καταδικάζει και επιτρέπει να εξηγούνται όλες οι ανισότητες, και ιδίως στο ζήτημα της σχολικής επιτυχίας, ως ανισότητες φυσικές, ανισότητες χαρισμάτων. Μια τέτοια στάση βρίσκεται μέσα στη λογική ενός συστήματος που, καθώς βασίζεται πάνω στο αξίωμα της τυπικής ισότητας όλων των διδασκομένων, δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλες ανισότητες πέρα από ανισότητες που εξαρτώνται από ατομικά χαρίσματα. Είτε πρόκειται για την εκπαίδευση καθεαυτή είτε πρόκειται για την επιλογή, ο καθηγητής γνωρίζει μόνο διδασκομένους ίσους στα δικαιώματα και στα καθήκοντα: το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, τους συμβαίνει να προσαρμόσει τη διδασκαλία του σε ορισμένους, αυτό συμβαίνει επειδή απευθύνεται στους λιγότερο “προικισμένους” και όχι στους λιγότερο προνομιούχους από την κοινωνική τους προέλευση. [...] Το να λέει κανείς με τόνο απηυδισμένου οικτιρμού ότι “οι φοιτητές [ή μαθητές] δεν διαβάζουν πια” ή ότι “το επίπεδο πέφτει από χρόνο σε χρόνο”, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με το να αποφεύγει να διερωτηθεί γιατί η κατάσταση είναι έτσι και να βγάλει από αυτό τα παιδαγωγικά συμπεράσματα. Καταλαβαίνει κανείς ότι το σύστημα αυτό βρίσκει την ολοκλήρωσή του στους διαγωνισμούς που διασφαλίζουν τέλεια την τυπική ισότητα των υποψηφίων, αλλά αποκλείουν με την ανωνυμία, τον συνυπολογισμό των πραγματικών ανισοτήτων ως προς την κουλτούρα. [...] Η τυπική ισότητα την οποία διασφαλίζουν οι διαγωνισμοί το μόνο που κάνει είναι να μετασχηματίζει το προνόμιο σε αξία, αφού επιτρέπει στη δράση της κοινωνικής προέλευσης να συνεχίσει να ασκείται, αλλά από δρόμους απόκρυφους. [...] Η σχολική αποτυχία, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν γίνεται αντιληπτή ως συνδεόμενη με μιαν ορισμένη κοινωνική κατάσταση -για παράδειγμα με τη διανοητική ατμόσφαιρα του οικογενειακού περιβάλλοντος, με τη δομή της γλώσσας που μιλιέται εκεί, ή με τη στάση απέναντι στο Σχολείο και στην κουλτούρα που ενθαρρύνει το Σχολείο-, αποδίδεται κατά τρόπο φυσικό στην έλλειψη χαρισμάτων [ικανοτήτων]. Τα παιδιά που προέρχονται από τις κατώτερες τάξεις είναι τα θύματα που σημαδεύονται από αυτούς τους ορισμούς ουσίας, μέσα στους οποίους εγκλείουν τα άτομα οι διδάσκοντες”.

Bourdieu P., Passeron J.-Cl., Οι Κληρονόμοι, Αθήνα 1996.

Φανταστείτε μία τάξη γεμάτη μαθητές από όλη την Ελλάδα να γράφουν ένα διαγώνισμα σε οποιοδήποτε μάθημα. Κοινά θέματα φυσικά και ο ίδιος καθηγητής ή η ίδια καθηγήτρια για όλους. Νομίζετε ότι αυτή η επιφανειακή και στιγμιαία ίσως εξίσωση όλων των μαθητών απέναντι στη γνώση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Για κοιτάξτε καλύτερα και δείτε το παιδί ενός πανεπιστημιακού που μεγάλωσε με την ιδέα του διαβάσματος. Δείτε δίπλα του παλεύοντας να γράψει τα ίδια θέματα το παιδί του χασάπη που κάθε βδομάδα ξεφορτώνει τα φορτηγά με τον πατέρα του και δεν του έχει μιλήσει ποτέ κανείς για βιβλία. Δείτε το παιδί ενός δικηγόρου από το Παλαιό Ψυχικό που μάλλον θα πήγαινε σε κάποιο κολλέγιο τελικά και το παιδί του εργαζομένου στην καθαριότητα από την Καισαριανή που δεν έχει τα χρήματα να πάει φροντιστήριο.

Δείτε καλύτερα λοιπόν παιδιά διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης, διαφορετικής κουλτούρας, παιδιά που άλλα μεγαλώνουν με την ιδέα των σπουδών στο κεφάλι τους και άλλα με την ιδέα να δουλέψουν ή να καβαλήσουν ένα παπάκι για να πάνε βόλτα. Αυτά τα παιδιά γίνανε ξαφνικά “ίσα” μεταξύ τους, “ίσα” απέναντι σε ίδια θέματα και απέναντι στον ίδιο πιθανώς ηλίθιο καθηγητή που έκανε σκονάκια στο πανεπιστήμιο για να πάρει ένα πτυχίο.

Παραίτηση από τους Δημοκρατικούς

Σεπτεμβρίου 14, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

Αισθάνομαι πολύ άβολα να δημοσιεύω κείμενα που αφορούν την αφεντιά μου, το θεωρώ ολίγον προβολικό και ενός είδους αγένεια προς τον αναγνώστη καθώς λανθάνει μια έπαρση. Ωστόσο, η συγκεκριμένη πράξη φυγής από το κόμμα του οποίου υπήρξα μαζί με άλλους, ιδρυτικό μέλος, είναι μία δημόσια πράξη. Για να είμαι λοιπόν ειλικρινής με όσους περνάνε από τούτο το μέρος, δημοσιεύω εδώ την επιστολή προς το ΠΣ.

Η επιστολή:

Αγαπητέ κ. Πρόεδρε και μέλη του ΠΣ

Δηλώνω την παραίτησή μου από το ΠΣ και την επιθυμία μου να διαγραφώ από τη λίστα μελών του κόμματος των Δημοκρατικών χωρίς περιθώρια συζήτησης.  Η πρωτοβουλία δεν ακολούθησε την πορεία που φανταζόμουν και δεν διατηρώ εν τέλει κάποια σχέση ουσίας με τα συστατικά στοιχεία και την κουλτούρα του κόμματος.

Καλή συνέχεια και καλή επιτυχία στις εκλογές. 
 
Παρακαλώ να ενημερωθεί και η σελίδα www.dimokratikoi.gr με απλή διαγραφή, δεν χρειάζεται τίποτε παραπάνω που θα έβλαπτε το κόμμα στην παρούσα φάση. 
 
 Μπάμπης Πετράς
(Χωρίς υπότιτλους)

Κατηγορίες:Κοινωνία, Πολιτική

Κυβερνήσεις Συνεργασίας;

Σεπτεμβρίου 10, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

Πρόκειται για μια εκδοχή διακυβέρνησης, τρόπω τινά συλλογικότερη της τρέχουσας ωστόσο έχει υπο-επιλογές και αμφίβολη επιτυχία στα ελληνικά συμφραζόμενα όπου ακόμα αναζητάμε προφίλ ηγέτη αντί για μορφές όλο και ευρύτερης συμμετοχής των πολιτών στη διαμόρφωση πολιτικής. Όπου “πολίτης” βέβαια, βλέπε όλους τους πολιτογραφημένους άνω των 18 ετών, δίχως κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις.

Τίποτε δεν μπορεί να διατυπωθεί ως θέσφατο απέναντι στη σύγχρονη διαπλοκή και διαφθορά που χαρακτηρίζει την πολιτική οργάνωση της ελληνικής δημοκρατίας, το Βατοπαίδι είναι ίσως ένα case study του φαινομένου. Ωστόσο οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα έθεταν τις βάσεις για τη διέξοδο από την κατάφορη, εκ των άνω επιβολή της ανισότητας, την κατάντια και τον εξευτελισμό ή και πάλι η διαπλοκή και η αυθαιρεσία θα αναδιαμορφωνόταν σε μηχανισμούς με ..ευρύτερη, διακομματική συμμετοχη;

Σκέφτομαι τελικά ότι από μόνη της  η “συνεργασία” ως μορφή διακυβέρνησης, δεν έχει να μας πει τίποτε, εξάλλου υποτίθεται ότι ήδη λειτουργεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Σίγουρα χρειάζονται θεσμικές αλλαγές ριζοσπαστικότερες οι οποίες ωστόσο οφείλουν να συνοδευτούν από τέτοιου είδους επιλογές κυβερνητικού σχήματος. Να θυμόμαστε από την ιστορία αλλά μη ταυτίζουμε το 89 με το 2009, είναι εντελώς διαφορετικά τα συμφραζόμενα.

Ας δούμε το μέλλον και να κάνουμε το πρώτο βήμα χωρίς να σταματήσουμε σε αυτό.

Γιατί η μετανάστευση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα στη χώρα μας

Σεπτεμβρίου 7, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Αφορμή μου έδωσε το άρθρο της Ιώννας Σωτήρχου στην Ελευθεροτυπία:   250.000 παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα μας,  Δυο φορές χωρίς πατρίδα…   Γι αυτό θα ήθελα να του ρίξετε μια ματιά πριν διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια.

Δείχνουμε τον μετανάστη αναζητώντας τον σύγχρονο Έλληνα..

Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις της δημοσιογράφου εν προκειμένω, ποιες είναι εκείνες οι άρρητες, βαθύτερες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν τα διανοητικά εκείνα συμφραζόμενα εντός των οποίων διατυπώνεται το πρόβλημα των μεταναστών στη χώρα μας; Διότι πρόβλημα υφίσταται και μάλιστα μεγάλο, με ιδιαίτερη δυναμική, απροσδιόριστες ρίζες και απρόβλεπτες προεκτάσεις. 250.000 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μαθήτευσαν στα σχολεία και φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια, μιλούν και σκέφτονται ελληνικά, τις περισσότερες φορές δηλώνουν Έλληνες αλλά δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως τέτοιοι. Δύο φορές χωρίς πατρίδα; Θα διόρθωνα ελάχιστα ωστόσο ουσιωδώς: υποκείμενα χωρίς επικράτεια, επομένως μη πολίτες σε έναν πλανήτη γεμάτο κράτη, άνθρωποι απροσδιόριστης πολιτικής ιδιότητας στα όρια του λαθραίου και του νόμιμου. Κι ταυτότητά τους: μετανάστης (2ης γενιάς).  Το πρόβλημα συνεπώς είναι ιδεολογικό, διότι δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, ως Έλληνες σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η αναγνώριση του προβλήματος ως πολιτικού, ιδεολογικού και όχι ως οικονομικού ή κάτι άλλο, είναι ίσως το σημαντικότερο βήμα. Η ερμηνευτική προτεραιότητα που δίδεται διαμορφώνει μια άποψη και παράλληλα αναδεικνύει τα πιθανάλάθη που οδηγούν στην αναπαραγωγή του προβλήματος. Συχνά ανακοινώνονται θέσεις και προτάσεις για το ζήτημα της μετανάστευσης με γνώμονα οικονομικά μεγέθη και αφομοιωτικές πρακτικές στη βάση μιας οικονομιστικής, απρόσωπης προσέγγισης. Γιατί όμως με τόσες οικονομικές διάνοιες δεν λύθηκε μέχρι σήμερα το πρόβλημα; Διότι το οικονομικό είναι μέρος του πολιτισμικού, σχηματίζεται εντός μιας ιδεολογίας, συνίσταται σε μια δομημένη πολιτική οντότητα και δεν είναι αυθύπαρκτο, δεν λειτουργεί ως το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής σε μια κοινωνία. Με άλλα λόγια, η αποδοχή του διαφορετικού στη γειτονιά, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας, στο σχολείο και το κοινοβούλιο, εντός των συνόρων μας, δηλαδή μες το σπίτι μας, που εμείς ζούμε και μας ανήκει ό,τι έχει, δεν είναι οικονομικό ζήτημα. Ο τίτλος του «οικονομικού μετανάστη» είναι ακριβώς εκείνη η προσέγγιση του ελληνικού κράτους που οδήγησε στη δημιουργία και διόγκωση του προβλήματος, γι αυτό και ουδέποτε το έλυσαν οι οικονομολόγοι και τα golden boys της κάθε κυβέρνησης.  

Συνεπώς τι σημαίνει μετανάστης 2ης γενιάς: Σημαίνει έναν εξ ορισμού αποκλεισμό, μια άρνηση και μια απαγόρευση. Ο «μετανάστης» είναι μια θέση στη χώρα, στην κοινωνία υποδοχής. Στην Ελλάδα εκτός από προσωρινή είναι και μια σαφώς ιεραρχικά κατώτερη, ίσως και να αντικαθιστά την ίδια την «ανθρώπινη φύση». Τα παιδιά αυτά γεννήθηκαν σε έναν τόπο που η πατρίδα των γονέων τους μεταβολίζεται σε μια πολιτισμική αποσκευή η οποία τα οδηγεί στον αποκλεισμό, τους εγκλωβίζει και τους καταδικάζει σε αιώνιους μετανάστες. Η ταυτότητα του μετανάστη στα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα μας είναι κυρίως ετεροπροσδιορισμένη. Κι αυτό διότι σήμερα μάλλον αναζητούμε τι κάνει έναν Έλληνα να είναι Έλληνας και όχι κάτι άλλο. Πώς λοιπόν φτάσαμε στο σημείο να παραμένει αυτή η κατάσταση άλυτη, γιατί τα πάντα γύρω από το θέμα είναι θολά και ρευστά; Το ελληνικό έθνος, στους όρους του οποίου οικοδομείται το ελληνικό εθνικό-κράτος δεν αποτέλεσε τελικά μια πολιτική οντότητα, δηλαδή δεν συγκροτήθηκε ως μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών. Σε μια τέτοια περίπτωση τα κριτήρια συμμετοχής στην εθνική ομάδα θα ήταν ποιο λιτά, όσοι κατοικούν στην επικράτεια που επαναστατικά κερδήθηκε, και το επιθυμούν, είναι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, ίσοι μεταξύ τους σε μια δημοκρατία. Το ελληνικό έθνος προσλήφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως ιστορικό, πολιτισμικό έθνος και τα κριτήρια συγκρότησής του σε βασίλειο και της συμμετοχής σε αυτό παρέμειναν ασαφή και εναλλασσόμενα κατά περιόδους· η ιδέα της ιδιαίτερης καταγωγής από μια κλασική αρχαιότητα, η γλώσσα, η θρησκεία κλπ.

Η νομική μετάφραση όλων αυτών ώστε να διατυπωθούν συνταγματικά τα κριτήρια της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη δεν ήταν και ως φαίνεται παραμένει, ένα σοβαρό πρόβλημα. Στις μέρες μας μάλιστα, που το μεταναστευτικό φαινόμενο και οι υπερεθνικοί φορείς ακμάζουν, τα κριτήρια συμμετοχής σε μια εθνική ομάδα τίθενται υπό συζήτηση. Στο έθνος-κράτος, το εθνικό συλλογικό υποκείμενο αυτοδιοικείται, καταναλώνει τα πεπερασμένα αγαθά της επικράτειάς του, εισάγει και εξάγει, απολαμβάνει την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά του από την οποία αντλεί τα απαραίτητα συστατικά της ταυτότητάς του. Ο έλληνας πολίτης είναι γεννημένος έλληνας, από Έλληνα πατέρα (διότι πάντα παίζει κι η ανωτερότητα του φύλου) και κατάγεται από την αρχαία Ελλάδα, το βυζάντιο, και τους αρματολούς του ’21. Τι από όλα τα παραπάνω έχουν τα παιδιά των μεταναστών, απολύτως τίποτε. Πρόκειται για πολιτική αναγνώριση, μια πολιτική ταυτότητα η οποία εδράζεται σε ένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο αν δεν διακρίνει τον ξένο, δεν υφίσταται. Η διάκριση και ο αποκλεισμός είναι συστατικά στοιχεία του.

Στο πλαίσιο βέβαια της ΕΕ, τέτοιου είδους ιδέες και διατυπώσεις δεν μπορούν να φιλοξενηθούν, δε συνάδουν με το όραμα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης η οποία σχεδιάστηκε ακριβώς μετά την οικονομική συνεργασία ως ένα παραπάνω βήμα που αφορά πλέον τη συλλογική συνείδηση των πολιτών της. Από αυτή την ολοκλήρωση πηγάζουν έννοιες και φυσικά οδηγίες όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «πολιτικές μετανάστευσης», «θεσμικά δίκαια», κλπ. Κι εδώ, έχουμε να κάνουμε με το διττή «φύση» του σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους, αυτή τη διαρκή εσωτερική σύγκρουση: Από τη μία το υποτίθεται επιθυμητό ευρωπαϊκό προφίλ ενός δυτικού τύπου κράτους και από την άλλη το αόριστο και επιπόλαιο της εσωτερικής κουλτούρας, μια κουλτούρας που οδήγησε σε πολιτικές πρακτικές και λόγους αμιγώς για εσωτερική κατανάλωση η οποία θα συνεχίσει να ικανοποιεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον εθνικό εγωισμό προσφέροντας το άλλοθι στην πολιτική κατάντια και ξευτίλα των σύγχρονων Ελλήνων. Καπου στη μεση, μετέωρο εντός της ασάφειας του ελληνικού ιδεώδους διατηρείται άλυτο το μεταναστευτικό  στη χώρα μας.

Ομολογουμένως, αισθάνομαι κι εγώ κάπως αμήχανα στη θέαση τόσων μεταναστών στην πατρίδα μου, δεν μπορώ να το αποκρύψω, το βιώνω, αυτό όμως δεν πρέπει να εμποδίζει κανέναν μας να παραδεχτεί και να ερμηνεύσει τις συνθήκες που δημιουργούνται οι ανασφάλειές μας.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.