Η σχολή των Annales
Εισαγωγικά
H παρούσα, σύντομη ανασκόπηση έχει στόχο να παρουσιάσει τους άξονες της ρήξης των ιστορικών των Annales σε σύγκριση με τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά ρεύματα του 19ου αιώνα. Ταυτόχρονα, η διατύπωση των θεμελιωδών προτάσεων για την Ιστορία, από το 1900 έως και τη δεκαετία του 1960, θα πραγματοποιηθεί στη βάση της χαρτογράφησης των γενεών και των περιόδων ενός περιοδικού που επηρέασε συνολικά την ιστοριογραφία του 20ού αιώνα.
Πιο συγκεκριμένα, το παρακάτω κείμενο διαρθρώνεται ως εξής: Θα διατυπωθούν οι βασικές αρχές του κλασικού ιστορικισμού του 19ουαιώνα ώστε να θυμηθούμε τον Λέοπολντ Φον Ράνκε και τα ιστοριογραφικά δεδομένα τα οποία κληρονόμησαν οι ιστορικοί των Annales. Κατά Φουκώ, η ιστορία της επιστήμης δεν χαρακτηρίζεται από μετασχηματισμό των επιστημονικών θεωριών που δήθεν προκύπτει από τη συσσώρευση της γνώσης, Αντίθετα χαρακτηρίζεται από επιστημολογικές τομές που σημαδεύουν τους ριζικούς αναπροσανατολισμούς στις επιστημονικές απόψεις μιας εποχής. Στο ίδιο περίπου πλαίσιο, ο Τ. Κουν υποστήριξε ότι η αλλαγή προκύπτει όταν οι προσεγγίσεις των παλαιότερων δεν επαρκούν πια για να λύσουν με τρόπο πειστικό τα προβλήματα που θέτει στον εαυτό της η επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, όπως τελικά έδειξε ο Γκ. Ίγκερς μέσα από τη δουλειά του για την ιστορία της ιστοριογραφίας και τα Annales, προκύπτουν ασυνέχειες, τομές που πραγματοποιήθηκαν αλλά και συνέχειες τις οποίες θα αναδείξουμε. Οι τομές και οι συνέχειες αφορούν την ιστορία σε επιστημολογικό επίπεδο, τον ορισμό του αντικειμένου της, τις μεθόδους, το είδος των πηγών και το αίτημα ή την απουσία αιτήματος για τη διατύπωση μίας γενικής θεωρίας για την Ιστορία.
Η παράδοση του κλασικού ιστορικισμού και η ιστοριογραφία του 19ου αιώνα
Από τα πιο καθοριστικά στοιχεία του ιστοριογραφικού παραδείγματος του 19ου αιώνα είναι ότι η ιστορία μελετήθηκε και ασκήθηκε σε θεσμικό πλαίσιο. Η επαγγελματοποίηση και θεσμοποίηση της Ιστορίας έφερε τους ιστορικούς στον πανεπιστημιακό χώρο και συνδέεται με το ευρύτερο αίτημα της εποχής για επιστημονική εγκυρότητα. Στη βάση αυτή, ο επαγγελματίας ιστορικός ακολουθεί συγκεκριμένη, επιστημονικά έγκυρη μέθοδο. Έμφαση στης πηγές, σε συγκεκριμένα είδη πηγών όπως τα επίσημα κρατικά έγγραφα, ως το μοναδικό τρόπο να γνωρίσει κανείς το παρελθόν. Ένα παρελθόν το οποίο βρίσκεται ήδη εκεί τοποθετημένο σε μια γραμμική, μονοδιάστατη αντίληψη για το χρόνο. Ο Ράνκε αντιλαμβανόταν την ιστορία αποκλειστικά ως διπλωματική ιστορία, μια πολιτική ιστορία που αναδεικνύει ισχυρά πολιτικά πρόσωπα και όχι τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο το κράτος αποτέλεσε την μονάδα στην οποία δομήθηκε η ιστορία της ανθρωπότητας. Οι ιστορικοί του19ου αιώνα είχαν πίστη αφενός σε μια αντικειμενική ιστορική γνώση και αφετέρου στην αποδέσμευση του ίδιου του ιστορικού από οποιοδήποτε, προσωπικό αξιακό έλεγχο.
Στα τέλη του αιώνα κυριάρχησαν δύο ρεύματα στη φιλοσοφία της ιστορίας. Από τη μία υπήρξε η πεποίθηση ότι οι ιστορικοί οφείλουν να ανακαλύψουν τους «νοητικούς και φυσικούς νόμους» που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά διατυπώνοντας καθολικές προτάσεις. Μια παράδοση επηρεασμένη από τους Auguste Comte, Fridriech Engels κα. Από την άλλη, υπήρξε η πεποίθηση για μια επιστημονική σκέψη προσηλωμένη στις εμπειρικές μαρτυρίες και όχι σε γενικές θεωρίες. Ο σκοπός του ιστορικού σύμφωνα με αυτό το ρεύμα, είναι να ανακαλύψει τη μοναδικότητα των γεγονότων. Ο Ράνκε μάλιστα είχε δηλώσει ότι αν επιβάλλουμε γενικεύσεις στην ιστορία θα αναιρέσουμε κάθε επιστημονική θεμελίωση .
Annales
Lucien Febvre, March Bloch, Fernard Braudel, Robert Mandrou, Jacques Le Goff, Emmanuel Le Roy Ladurie είναι κάποιοι από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους του περιοδικού. Σύμφωνα με τον Ίγκερς, δεν αποτέλεσαν ποτέ «σχολή» αλλά ένα «πνεύμα ανοιχτό σε νέες μεθόδους και προσεγγίσεις της ιστορικής έρευνας» και δεν διατύπωσαν καμιά ρητή γενική θεωρία της ιστορίας . Σε επιστημολογικό επίπεδο, ήρθαν σε ρήξη με την παράδοση του 19ου αιώνα αναθεωρώντας τα όρια μεταξύ των επιστημονικών κλάδων, τη μονοδιάστατη αντίληψη για την κίνηση του ιστορικού χρόνου από το παρελθόν προς το μέλλον, τονίζοντας τη σχετικότητα και τα πολλαπλά επίπεδά του. Ήρθαν σε σύγκρουση με την πίστη στην ανωτερότητα της δυτικής κουλτούρας δίνοντας σε αυτή την έννοια ένα άλλο περιεχόμενο από τον προνομιακό χώρο μιας ελίτ, στον τρόπο με τον οποίο το σύνολο ενός πληθυσμού «βιώνει τα ζωή του». Ωστόσο, η γαλλική ιστοριογραφία έχει επηρεαστεί από το γερμανικό ιστοριογραφικό παράδειγμα. Ιδιαίτερα η πρώτη γενιά, απέρριπτε τη γεγονοτολογική αφηγηματική ιστορία αλλά διαβεβαίωνε ότι έπρεπε κανείς να ξεκινά από τις πηγές και να τις προσεγγίζει κριτικά. Το τι όμως, θεωρήθηκε ως πηγή είναι μία ακόμη τομή στο σχήμα της σχέσης των Annales με το παρελθόν. Η επαγγελματοποίηση της Ιστορίας που ξεκίνησε στη Γερμανία επηρέασε τους πάντες και για τους γάλλους ιστορικούς των αρχών του 20ού αιώνα, η ιστορία οφείλει να είναι ένας επαγγελματικός επιστημονικός κλάδος. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορία στα Annales ανέπτυξε στενούς δεσμούς με τη Γεωγραφία, την Οικονομία και βέβαια την Ανθρωπολογία.
Το περιοδικό Annales d’historie économique et sociale ιδρύεται το 1929 ωστόσο η ιστορία του ξεκινά ήδη από το 1900 όταν, οι αργότερα συνιδρυτές του Lucien Febvre και Mark Bloch μαζί με τον Henri Berr, άρχισαν να παρεμβαίνουν στο ιστοριογραφικό παράδειγμα τόσο μέσα από τα έργα τους όσο και από το περιοδικό Επιθεώρηση της Ιστορικής Σύνθεσης το οποίο εξέδιδε ο Berr με σκοπό τη συζήτηση γύρω από τις «θεωρητικές πλευρές της ιστορικής επιστήμης». Για τον Ίγκερς, η ιστορία των Annales διακρίνεται σε δύο περιόδους: Η πρώτη 1929-1945 στην οποία κυριαρχεί η ιστορία των νοοτροπιών, μια δομική ιστορία με ποιοτικούς χαρακτήρες (όπως ο Ladurie έχει περιγράψει) και μια δεύτερη από το 1945 όπου δίνεται χώρος στην ποσοτική ιστορία των συγκυριών. Στη δεύτερη περίοδο μετονομάζεται σε Annales, Economies, Sociétés, Civilisations και αργότερα σε Annales, Histoire, Sciences Sociales. Ωστόσο, οι διακρίσεις αυτές δεν είναι απόλυτες και όπως θα δούμε παρακάτω, οι ιδέες για τη μέθοδο και το αντικείμενο της ιστορίας στα Annales δεν μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν σε κλειστές κατηγορίες. Θα ήταν επίσης λάθος να ακολουθηθεί και εδώ μια αφήγηση των «κατορθωμάτων μεγάλων ανδρών» των Annales. Όπως διευκρινίζει επανειλημμένως ο Ίγκερς και στα δύο του βιβλία, «Τα Annales ήταν από την αρχή ένα διεθνές πεδίο συζητήσεων γύρω από τις κατευθύνσεις στην κοινωνική ιστορία με προσανατολισμό στη διεπιστημονική έρευνα μεταξύ των κοινωνικών επιστημών».
Σε αυτή τη βάση μπορούν, από την πρώτη περίοδο, να επισημανθούν οι ιδέες του L.Febvre για τη στενή σχέση της Γεωγραφίας με την Ιστορία. Μια σχέση κατά την οποία απορρίπτεται ο γεωγραφικός ντετερμινισμός και το γεωγραφικό περιβάλλον κατανοείται ως ένα σημαντικό τμήμα του πλαισίου στο οποίο αναπτύσσονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο ίδιος θεώρησε ως αντικείμενο της ιστορίας τη συνολική ζωή των λαών ενός γεωγραφικού χώρου ο οποίος γίνεται αντιληπτός με ιστορικούς όρους. Ο Bloch, επηρεασμένος από την κοινωνική θεωρία του Durkheim μεταφέρει την έμφαση από το ατομικό στο συλλογικό και δίνει χώρο στην περιγραφή των κοινωνικών δομών. Στην πρώτη αυτή περίοδο, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν η διερεύνηση των αγροτικών δομών, η αλληλεπίδραση της τεχνολογίας, της επιστήμης και των νοοτροπιών, οι μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία της αριστοκρατίας από το Μεσαίωνα και εξής και η ανάπτυξη των πρώιμων καπιταλιστικών επιχειρηματικών μεθόδων. Την ίδια στιγμή, τα Annales, προσφέρουν το πεδίο για τις πρώτες συζητήσεις γύρω από την ποσοτική ιστορία, την μέθοδο και τις πηγές της, ωστόσο με προσανατολισμό στη σχέση της κοινωνικής με την οικονομική ιστορία και την ιστορία των νοοτροπιών.
Με τον Fernard Braudel και το έργο του Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος κατά την εποχή του Φιλίππου του Β΄, σηματοδοτείται από ορισμένες πλευρές, η μετάβαση από την ιστορία των νοοτροπιών σε μια ιστορία που δίνει έμφαση στον ποσοτικό χαρακτήρα των δομών και προχωράμε έτσι στη δεύτερη γενιά ιστορικών των Annales. Στη βάση ακριβώς της διάκρισης των τριών χρόνων απορρίπτει ολοκληρωτικά τη μονοδιάστατη αντίληψη του παρελθόντος και απαξιώνει την πολιτική ιστορία που «μοιάζει με σκόνη» την οποία τοποθετεί στη μικρή διάρκεια, τον σύντομο χρόνο. Επηρεασμένος από την πρώτη γενιά, υπογραμμίζει ότι οι κοινωνικές δομές αντιστέκονται στην ανθρώπινη επέμβαση και αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι εντυπώνουν τα χαρακτηριστικά τους στον γεωγραφικό χώρο.
Η εξέλιξη του περιοδικού κατά τη δεύτερη περίοδό του, συνδέθηκε στενά με το έκτο Τμήμα της Ecole Pratique. Η δουλειά των ιστορικών που συνεργάστηκαν με τα Annales και το συγκεκριμένο τμήμα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε διαφορετικές προσεγγίσεις της ιστορικής έρευνας. Ο προσανατολισμός προς μια κοινωνική και οικονομική ιστορία με ποσοτικές μεθόδους συνεχίστηκε και τις δεκαετίες του 1950 και 1960 με τους Jacques Le Goff, Philippe Aries και M.Foucault (ιστορία της τρέλας). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Robert Mandrou «θέτει τα θεμέλια της ιστορικής ψυχολογίας η οποία μελετά τις μεταβολές στις συλλογικές νοοτροπίες» και λίγο αργότερα, ο Emmanuel Le Roy Ladurie παρεμβαίνει με τους Χωρικούς του Languedoc όπου εξετάζει την ιστορία του προτεσταντισμού σε σχέση με τα δημογραφικά δεδομένα και τις διατροφικές κρίσεις προτείνοντας μια «ιστορία από τα κάτω» .
Συμπερασματικά
Συμπερασματικά, ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο καλείται κανείς να κατανοήσει και να περιγράψει τα Annales είναι αυτό που τονίζει ξανά και ξανά ο ίδιος ο Ίγκερς. «Η τεράστια ποικιλία απόψεων που εκπροσωπείται στα Annales δεν εξαντλείται με την ποσοτική ιστορία ή με την λεπτότερη στις διακρίσεις της, Ιστορία των νοοτροπιών. Υπήρξαν πεδίο διεθνούς συζήτησης γύρω από τις μεθόδους των ιστορικών σπουδών και γύρω από τη θέση της ιστορίας μέσα στο πλαίσιο των επιστημών του ανθρώπου».

Πρόσφατα σχόλια